Photographs of nature, places and objects that have caught my eye.

Φωτογραφίες απο την φύση, απο τόπους και αντικείμενα που μου χτύπησαν στο μάτι.

Friday, November 21, 2014

The lotus fruits and the lotus eaters. Οι λωτοί και οι Λωτοφάγοι.

A friend commented on a photograph which I posted in Google+, that he thought lotus is an exotic flower. I am assuring you that they are also sweet and delicious fruit of this season. They were also known to ancient Greeks, as they are mentioned in the Homeric poems (Odyssey ι 83-104), when Odysseus and his comrades, on their adventures during their 10 year return trip from Troy, visited the land of the Lotus Eaters. He sent two of his colleagues to explore the unknown land. The people of the land were friendly and offered them of the fruit they were eating, which were so sweet that they forgot to return.
I will post  the original Homeric text and try to translate it in English for you as best as I can.

ἔνθεν δ᾿ ἐννῆμαρ φερόμην ὀλοοῖς ἀνέμοισιν
πόντον ἐπ᾿ ἰχθυόεντα: ἀτὰρ δεκάτῃ ἐπέβημεν
γαίης Λωτοφάγων, οἵ τ᾿ ἄνθινον εἶδαρ ἔδουσιν.

ἔνθα δ᾿ ἐπ᾿ ἠπείρου βῆμεν καὶ ἀφυσσάμεθ᾿ ὕδωρ,
αἶψα δὲ δεῖπνον ἕλοντο θοῇς παρὰ νηυσὶν ἑταῖροι.
αὐτὰρ ἐπεὶ σίτοιό τ᾿ ἐπασσάμεθ᾿ ἠδὲ ποτῆτος,
δὴ τοτ᾿ ἐγὼν ἑτάρους προί̈ειν πεύθεσθαι ἰόντας,
οἵ τινες ἀνέρες εἶεν ἐπὶ χθονὶ σῖτον ἔδοντες

ἄνδρε δύω κρίνας, τρίτατον κήρυχ᾿ ἅμ᾿ ὀπάσσας.
οἱ δ᾿ αἶψ᾿ οἰχόμενοι μίγεν ἀνδράσι Λωτοφάγοισιν:
οὐδ᾿ ἄρα Λωτοφάγοι μήδονθ᾿ ἑτάροισιν ὄλεθρον
ἡμετέροις, ἀλλά σφι δόσαν λωτοῖο πάσασθαι.
τῶν δ᾿ ὅς τις λωτοῖο φάγοι μελιηδέα καρπόν,

οὐκέτ᾿ ἀπαγγεῖλαι πάλιν ἤθελεν οὐδὲ νέεσθαι,
ἀλλ᾿ αὐτοῦ βούλοντο μετ᾿ ἀνδράσι Λωτοφάγοισι
λωτὸν ἐρεπτόμενοι μενέμεν νόστου τε λαθέσθαι.
τοὺς μὲν ἐγὼν ἐπὶ νῆας ἄγον κλαίοντας ἀνάγκῃ,
νηυσὶ δ᾿ ἐνὶ γλαφυρῇσιν ὑπὸ ζυγὰ δῆσα ἐρύσσας

αὐτὰρ τοὺς ἄλλους κελόμην ἐρίηρας ἑταίρους
σπερχομένους νηῶν ἐπιβαινέμεν ὠκειάων,
μή πώς τις λωτοῖο φαγὼν νόστοιο λάθηται.
οἱ δ᾿ αἶψ᾿ εἴσβαινον καὶ ἐπὶ κληῖσι καθῖζον,

ἑξῆς δ᾿ ἑζόμενοι πολιὴν ἅλα τύπτον ἐρετμοῖς

and the translation :

I was wandering and suffering with opposing winds for nine days
on the sea which feeds the fish; on the tenth we got out (disembarked)
on the land of the Lotus Eaters, who eat only food from flowers

as soon as we landed on the beach, soon in the morning 
next to our fast ships our colleagues gathered
and after we ate and drank and our hearts were pleased,
I decided to send ahead some of my colleagues to go ahead  and learn
what kind of mortal people who eat bread are living at these lands,

I chose two of ours and a guide
and they were quick to be on the road and find the Lotus Eaters.
And the Lotus Eaters did not think evil against our colleagues
none, but they gave them to taste the lotus
bus if someone tastes the sweet as honey fruit of the lotus,

does not care anymore for orders(messages) nor wants to come back
he thinks it is better to stay there and with the Lotus Eaters
to taste the lotus and completely forgot the return.
But I grabbed mine and pulled  them to the hollow ship
and tied them under the benches as they were crying

Again, my other trusted colleagues, to hurry up
and board the fast travelling ships, I ordered,
so that no one tastes the lotus and completely forget the return.
and as soon as they boarded, without delay the sat on the posts
in line, they were hitting with the oars the foaming sea.
 Κάποιος φίλος σχολίασε στο Google+ την φωτογραφία μου με τους λωτούς. 
Έγραψε πως νόμιζε ότι ο λωτός ήταν κάποιο εξωτικό άνθος. 
Εγώ απάντησα πως είναι και φρούτα, γνωστά ακόμη από τους χρόνους του Ομήρου, αφού αναφέροναι στην Οδύσεια (ι, 83-104) όταν ο Οδυσσέας με τους συντρόφους του ξέπεσε στην χώρα τους στην διάρκεια των περιπλανήσεών του, μέχρι να γυρίσει στην Ιθάκη και την Πηνελόπη του.
Για χάρη του φίλου και δική σας, βρήκα ακόμη μερικές φωτογραφίες μου και επίσης τους σχετικούς στίχους της Οδύσειας και την μετάφραση στα νεοελληνικά που έκανε ο Ν. Καζαντζάκης μαζί με τον Ι Κακριδή .
Το αρχαίο Ομηρικό κείμενο (Οδύσεια ι 83-104) το έχω από πάνω.
Η μετάφραση του Ν. Καζαντζάκη είναι αυτή :

Εννιά μερόνυχτα παράδερνα μ᾿ ενάντιους τους ανέμους
στο ψαροθρόφο απάνω πέλαγο᾿ στις δέκα βγήκαμε όξω
στη γη των Λωτοφάγων, με άνθινη που ζουν θροφή μονάχα.

Μόλις στο ακρόγιαλο ανασύραμε νερό, γοργά το γιόμα
δίπλα στα γρήγορα καράβια μας συντάζαν οι συντρόφοι.
Και πια σα φάγαμε, σαν ήπιαμε και φράθηκε η καρδιά μας,
είπα να πέψω απ᾿ τους συντρόφους μου να παν μπροστά να μάθουν
     σαν ποιοι θνητοί, ψωμί που γεύουνται, στα μέρη τούτα ζούνε

    απ᾿ τους δικούς μου δυο διαλέγοντας, μαζί τους κι έναν κράχτη.
    Κι αυτοί γοργά το δρόμο παίρνοντας τους Λωτοφάγους βρήκαν.
    Κι οι Λωτοφάγοι δε μελέτησαν κακό στους συντρόφους μας
    κανένα, μοναχά τους έδιναν λωτό ν᾿ απογευτούνε.
Μ αν του λωτού το μελοστάλαχτο καρπό κανείς γευόταν,

πια δε γνοιαζόταν για μηνύματα κι ουδ᾿ έλεε να διαγείρει᾿
το 'χε να μείνει εκεί καλύτερο και με τους Λωτοφάγους
λωτό να γεύεται, κι ολότελα το γυρισμό ξεχνούσε.
Μα τους δικούς μου εγώ τραβώντας τους στα βαθουλά καράβια
μεβιάς τους έδεσα θρηνάμενους στους πάγκους από κάτω.

Τους άλλους πάλι μπιστεμένους μου συντρόφους να βιαστούνε
και ν᾿ ανεβούν στα γοργοτάξιδα πλεούμενα προστάζω,
κανείς μη φάει λωτό κι ολότελα το γυρισμό ξεχάσει.
Κι ως ανέβηκαν δίχως άργητα και στα ζυγά κάθισαν
γραμμή, την αφρισμένη θάλασσα με τα κουπιά χτυπούσαν.




Post a Comment