Photographs of nature, places and objects that have caught my eye.

Φωτογραφίες απο την φύση, απο τόπους και αντικείμενα που μου χτύπησαν στο μάτι.

Monday, May 16, 2011

The bridge of Arta. Της Άρτας το γιοφύρι.

Arta is an old town in north-western Greece. There are many rivers and many stone bridges built over them in the area, by local masons. I love those bridges. They have so much beauty and character in them.
The most famous of them all, is this bridge, over river Arachtos. It is still used by pedestrians. An old folks song which I remember from my school years talks about the difficulties faced while the bridge was built. I will try to translate the song for you below.
Της Άρτας το γιοφύρι. Χιλιοτραγουδισμένο και όμορφο στέκει τόσα χρόνια. Ακόμη θυμούμαι το δημοτικό τραγούδι το σχετικό με τις δυσκολίες στην κατασκευή του.

The bridge of Arta

Forty five masons and sixty apprentices
were building a bridge over the river of Arta.
They were building all day,
it was being destroyed in the evening.
The masons were mourning
the apprentices were crying
Alas to our efforts
a pity to our work
to be building all day
and to be destroyed in the evening”.

A little bird flew over and sat across the river
it was not singing like a bird
or like a swallow
but it was singing and talking
with human talk.
If you do not sacrifice a man
you will not have a strong bridge
and you must not sacrifice an orphan
or a stranger or a passerby
but the beautiful wife of chief mason.
Who comes late in the afternoon
and early in the morning”.

The chief mason heard it
and fell down like dead.
He sends a message to the beautiful
with the same bird, the nightingale
to be dressed and changed slowly
and go there late in the morning
to go late to cross the bridge.
But the bird did not hear well
and told her differently
be dressed and changed quickly
and go there quickly in the morning
go quickly to pass over the bridge of Arta”.

There she is appearing on the white street.
The chief mason saw her and his heart broke.
She greets them from afar and says to them from closer
Hello masons and you apprentices.
What is wrong with chief mason and he looks sad?”
His ring fell down under the first arch,
and who is going down there to find it?”
mason do not be bitter
and I am going down to bring it to you.
I am going in and out to find it”.
She did not go halfway down
Please pull the chain, pull the chain
I searched everywhere and I did not find anything”.

One catches the trowel
the other the lime
and the chief mason throws in a big stone.
alas to our fate, a pity to our destiny
we were three sisters
and all three had a bad destiny
one built Danube, the other Euphrates
and me the youngest the bridge of Arta

may the bridge move
like the heart moves
and let the passersby fall
like the leaves from the trees fall”.

Girl change your words
and say another curse
because you have an only brother
and he may happen to pass”

and she changed her words
and gave another curse
let the bridge shake
if the tall mountains shake
and let the passersby fall
if the wild birds fall
because I have an only brother far away
and he might be passing”
 
Της Άρτας το γιοφύρι

Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
γιοφύριν εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι.
Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.
Μοιρολογούν οι μάστορες και κλαιν οι μαθητάδες.
"Αλίμονο στους κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας,
ολημερίς να χτίζουμε, το βράδυ να γκρεμιέται.
"Πουλάκι εδιάβη κι έκατσεν, αντίκρυ στο ποτάμι
δεν εκελάηδε σαν πουλί, μηδέ σα χελιδόνι,
παρά εκελάηδε κι έλεγε ανθρώπινη λαλίτσα:
" αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο,γιοφύρι δε στεριώνει
και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη,
παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα,
που έρχεται αργά τ' αποταχύ και πάρωρα το γιόμα.
"Τ' άκουσ' ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει.
Πιάνει, μηνάει της λυγερής με το πουλί τ' αηδόνι.
Αργά ντυθεί, αργά αλλαχτεί, αργά να πάει το γιόμα,
αργά να πάει να διαβεί της Άρτας το γιοφύρι.
Και το πουλί παράκουσε κι αλλιώς επήγε κι είπε:
"Γοργά ντύσου, γοργά άλλαξε, γοργά να πας το γιόμα,
γοργά να πας και να διαβείς της Άρτας το γιοφύρι.
"Να τηνε κι εμφανίστηκε από την άσπρη στράτα.
Την είδ' ο πρωτομάστορας, ραγίζεται η καρδιά του.
Από μακριά τους χαιρετά κι από κοντά τους λέει:
"Γειά σας χαρά σας μάστοροι και σεις οι μαθητάδες,
μα τι έχει ο πρωτομάστορας και είναι βαργομισμένος;"
"Το δαχτυλίδι του 'πεσε στην πρώτη την καμάρα
και ποιός να μπει και ποιός να βγει, το δαχτυλίδι να 'βρει;"
"Μάστορα, μην πικρένεσαι κι εγώ να πά' σ' το φέρω,
εγώ να μπω, εγώ να βγω, το δαχτυλίδι να 'βρω.
"Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ στη μέση πήγε.
"Τράβα καλέ μ' τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα,
τι όλον κόσμο ανάγειρα και τίποτας δεν βρήκα."
Ένας πηχάει με το μυστρί κι άλλος με τον ασβέστη,
παίρνει κι ο πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο.
"Αλίμονο στη μοίρα μας, κρίμα στο ριζικό μας!
Τρεις αδερφάδες ήμαστε κι οι τρεις κακογραμμένες.
Η μια 'χτισε το Δούναβη κι η άλλη τον Αφράτη
κι εγώ η πιο στερνότερη της Άρτας το γιοφύρι.
Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμει το γιοφύρι
κι ως τρέμουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάτες."
"Κόρη, το λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε,
που 'χεις μονάκριβο αδελφό, μη λάχει και περάσει.
"Κι αυτή το λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δίνει."
Αν τρέμουν τ' άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι
κι αν πέφτουν τ' άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες,
'τί έχω αδερφό στην ξενιτιά, μη λάχει και περάσει.

Post a Comment