Photographs of nature, places and objects that have caught my eye.

Φωτογραφίες απο την φύση, απο τόπους και αντικείμενα που μου χτύπησαν στο μάτι.

Saturday, April 24, 2010

Σήμερα δεν έχει φωτογραφίες. Έχει παιγνίδι.

COUλά Παιγνίδια.



Είπα να κρατήσω τούτο το blog καθαρά φωτογραφικό και ερασιτεχνικό, χωρίς πολλά λόγια, μόνο με εικόνες και χωρίς απαιτήσεις για διακρίσεις, επαίνους και βραβεία. Έβλεπα στην blogόσφαιρα να μοιράζονται δεξιά κι αριστερά βραβεία και διακρίσεις κι έλεγα μέσα μου .. μπράβο για να τους δίνουν βραβεία .. θα πρέπει νάναι καλοί. Άλλοι πάλι σκαρώνουν διάφορα παιγνίδια και κοιτάζουν πως θα σε παρασύρουν και σένα σ' αυτά. Δεν σ αφήνουν ν' αγιάσεις. Και πρέπει όταν θα μπεις και συ στο χορό, όχι μόνο να χορέψεις αλλά να σηκώσεις και καμιά δεκαριά άλλους να τον συνεχίσουν.
Κάποιος άρχισε το χορό, σήκωσε την καλή μας την Coula να χορέψει, και αυτή θεώρησε καλό να με σηκώσει εμένα και άλλους φίλους για την συνέχεια. Φρόντισε βέβαια αυτή να την κάνει κατά Ναύπλιο μεριά για το Σαββατοκύριακο , για να μας πει τάχα μου μετά, πόσο Couλά πέρασε, όσο εμείς θα ψαχνόμαστε εδώ.
Εξ ου και ο επιστημονικός τίτλος αυτής της ανάρτησης . Την βάφτισα έτσι για το χατήρι της. Και επειδή η η ιστορία μου είναι κάπως Couλή.
Το παιγνίδι τώρα που καλούμαστε να παίξουμε, είναι να γράψουμε μια ιστορία, να περιγράψομε κάτι που μας έχει τύχει, συμπτώσεις ή συμβάντα, μεταφυσικά ή μη που μας ταρακούνησαν κατά κάποιο τρόπο και μας έκαναν ν΄ αναθεωρήσομε την κοσμοθεωρία μας. Και αφού γράψουμε την εμπειρία μας, να καλέσουμε άλλους φίλους bloggers για να συνεχίσουν και αυτοί με τα δικά τους.
................................................................................................
Πριν μπω στην ιστορία μου, θα καλέσω τους φίλους που θα πρέπει να συνεχίσουν τον χορό.
Την Νανά Τσούμα. Έχει μια από τις καλύτερες και πιο ευχάριστες εκπομπές κάθε βράδυ στο ραδιόφωνο. Και είναι η πρώτη κυρία που μου έκανε την τιμή να μ' ακολουθήσει στο blog όταν το ξεκίνησα
Την Eva F. Μ' αρέσει η ευαισθησία και η καλλιτεχνική διάθεση που δείχνει στο blog της. Της εύχομαι γρήγορα να γίνει καλά.
Την Evelina . Όμορφο blog με ευαισθησία και όμορφες αναρτήσεις από όλα τα καλλιτεχνικά και εικαστικά δρώμενα της περιοχής της.
Τον Costas Pap. Τον ποιητή.
Τον Φάνη τον πατριώτη μου. Που με κρητικές μαντινάδες σατιρίζει την επικαιρότητα και μας κάνει να χαμογελάμε. Για να ξεχνάμε τον πόνο μας.
Την Ρίκη . Την πατριώτισσα μου την συγγραφέα.
Τον Sailor Δημήτρη Μπεθάνη. Μας παίρνει μαζί του στα ταξίδια του στον μαγικό κόσμο των νησιών μας.
Την Kiki. Που με τις αναρτήσεις της μας δείχνει τις ομορφιές τση Ζάκυθος. Και μας κάνει να μας τρέχουν τα σάλια με τις νοστιμιές της.
Το Βαγγέλη Βλάχο. Που μοιράζεται μαζί μας τις υπέροχες φωτογραφίες του. Και
Τη Thalassenia. Που μας έκανε να ταξιδέψουμε και να δούμε μαζί τις ομορφιές του Νέου Κόσμου.
....................................................................................................

Η ιστορία που έχω να σας διηγηθώ είναι πραγματική, πιο πολύ Couλή παρά μεταφυσική. Πάντως εμένα με ταρακούνησε και έκανα αρκετό καιρό να το ξεπεράσω.
Στις αρχές της δεκαετίας του 70, έμενα μόνος στην Αθήνα και δούλευα σε κάποια δουλειά που απαιτούσε συχνά αλλά μικρής διάρκειας ταξίδια στο εξωτερικό. Δύο το πολύ τριών ημερών. Καμιά φορά μπορεί να ήταν συνεχόμενα, οπότε μπορεί να έλειπα για μια βδομάδα σερί. Οι γονείς μου έμεναν στην Κρήτη, τηλέφωνο δεν είχα στο σπίτι και μια θεία μου που ζούσε στην Αθήνα έκανε τον ενδιάμεσο αν χρειαζόταν να μου στείλουν κάποιο μήνυμα από την Κρήτη. Πολλές φορές μπορεί να μεσολαβούσε αρκετά μεγάλο διάστημα να επικοινωνήσω με τους γονείς μου.
Μετά την επιστροφή από ένα τέτοιο ταξίδι, πήρα την θειά μου τηλέφωνο να δω τι κάνει και αν είχε κανένα νέο από την Κρήτη, και αυτή άρχισε να μου λέει πως μ' έψαχνε μέρες και που ήμουνα και είχε πεθάνει μια άλλη θειά μου, αδερφή του πατέρα μου στο χωριό και ψάχνανε οι γονείς μου να με ειδοποιήσουν να κατέβω για την κηδεία. Στεναχωρήθηκα αρκετά γιατί η καημένη η θεία που πέθανε, ζούσε με την γιαγιά μου δίπλα στο σπίτι μας, μας μεγάλωσε σχεδόν στα πόδια της κάθε μέρα και δεν είχε παντρευτεί ποτέ της. Η οικογένεια της ήμασταν εμείς και μετά τον θάνατο της γιαγιάς ήταν όλη την μέρα στο σπίτι μας και μόνο το βράδυ πήγαινε για ύπνο στο δικό της. Τελευταία είχε και προβλήματα υγείας, με την καρδιά της. Το ότι είχε πεθάνει δεν μου φάνηκε αφύσικο. Με είχε στεναχωρήσει πολύ όμως. Η κηδεία είχε γίνει και δεν μπόρεσα να πάω, μπόρεσα όμως να κατέβω στην Κρήτη ύστερα από καμιά δεκαριά μέρες για να τους δω όλους επειδή έλειπα αρκετό καιρό. Έφτασα με το αεροπλάνο στα Χανιά, από εκεί ταξί για το χωριό, καμιά τριανταπενταριά χιλιόμετρα από το αεροδρόμιο.
Στο χωριό έφτασα αργά, νύχτα, οι γονείς μου με περιμένανε και δεν είχαν κοιμηθεί ακόμη. -Τώρα πρέπει να κάνω μια παρένθεση να σας πω πώς είναι το πατρικό σπίτι. Η είσοδος είναι στο ίδιο περίπου επίπεδο του δρόμου, δυο-τρία σκαλιά ψηλότερη. Από την μεριά του δρόμου φαίνεται σαν ισόγειο,με υπόγειο, αλλά επειδή το οικόπεδο έχει κλίση, το πίσω μέρος του σπιτιού είναι σαν δίπατο που λένε, με ισόγειο και πρώτο όροφο. Κάτω στο πίσω μέρος ήταν η κουζίνα και τραπεζαρία, και πάνω χώρος υποδοχής και υπνοδωμάτια.- Μπήκα λοιπόν από την μεριά του δρόμου, χαιρέτησα τους γονείς μου, η μάνα μου και ο πατέρας μου ήταν συγκινημένοι για τη θειά που είχε πεθάνει, μιξοκλαίγαμε όλοι, ήπια και μια τσικουδιά επειδή ήμουν από το δρόμο, και ήρθε η ώρα να κατεβούμε στην κουζίνα για φαγητό. Άρχισα να πηγαίνω προς την εσωτερική σκάλα για κάτω, όταν άκουσα κάποιο θόρυβο στην κουζίνα, είχα πλησιάσει και είδα και το φως αναμμένο, και ρωτώ” Μάνα ποιος είναι κάτω?” “ Η θειά σου” μου απαντά. Υπέθεσα πως θα ήταν μια αδερφή της που έμενε στο χωριό, κάπως πιο μακρυά. Θα είχε έρθει να τους δει και όταν έμαθε πως με περίμεναν έκατσε κι αυτή λίγο παραπάνω για να με δει. Αυτή δεν έμενε ποτέ τόσο αργά σπίτι μας επειδή το δικό της σπίτι ήταν κάπως μακρύτερα. Δεν είπα τίποτα παρά άρχισα να κατεβαίνω την σκάλα προς την κουζίνα, και όταν ήμουν κάπου στα μισά, είδα να σηκώνεται από την καρέκλα και νάρχεται προς το μέρος μου η θειά μου η πεθαμένη. Πάγωσα, μαρμάρωσα και δεν ξέρω πως κατάφερα να κατέβω τα υπόλοιπα σκαλιά όρθιος. Και τι να κάνω, ν' αρχίσω να τρέχω, να πάω που ; Να μιλήσω; Σε ποιόν; Και τι να πω; Πίσω μου είχε αρχίσει να κατεβαίνει την σκάλα η μάνα μου. Εγώ άφησα την θειά μου να μ' αγκαλιάσει, απλά το μόνο που θυμάμαι ήταν πως δεν ήταν παγωμένη, έκατσα σε μια καρέκλα και κοίταζα τη μάνα μου να δω πως αντιδρά και πως συμπεριφέρεται. Αποφάσισα πως όλοι φερόντουσαν φυσιολογικά, κλαψουρίζοντας την πεθαμένη θεία και μπήκα κι εγώ στο παιγνίδι.
Άρχισα να συνέρχομαι ύστερα από δυο τρία ποτήρια κρασί και λίγο φαγητό , μέχρι που η θεία αποφάσισε πως ήταν ώρα της να πάει για ύπνο και τότε ρώτησα την μάνα μου ποια θειά μου είχε πεθάνει.
Και μου είπε. Πως είχε πεθάνει ξαφνικά μια άλλη θεία, αδερφή του πατέρα μου κι αυτή, παντρεμένη σ' ένα διπλανό χωριό.
Θες η θειά στην Αθήνα δεν κατάλαβε στο τηλέφωνο, θες εγώ δεν κατάλαβα καλά όπως μου είχε διαβιβάσει τα νέα; Δεν ξέρω. Εγώ πάντως τη θεία που ήξερα πεθαμένη την άφησα να με πλησιάσει να μ' αγκαλιάσει και να με φιλήσει.
Χωρίς να βάλω τις φωνές. Γιατί στα πόδια σίγουρα δεν μπορούσα να το βάλω. Είχαν πετρώσει.
Post a Comment